Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017

Αναλυτική επισκόπηση των Όρων του Τρίτου Μνημονίου (Ν.4336/2015) Δρ. Αλέξανδρος Παπάνης Ο Νόμος 4336/2015

Τον Αύγουστο του 2015 η Ελληνική Κυβέρνηση με την ψήφιση του Νόμου 4336/2015 ανέλαβε την υποχρέωση να υλοποιήσει μια σειρά από ταυτόχρονες δημόσιες πολιτικές που σχετίζονται με κρίσιμα και σημαίνοντα θέματα της χώρας όπως η δημοσιονομική πολιτική, οι μεταρρυθμίσεις στη φορολογική πρακτική, η διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, οι συντάξεις, η χρηματοπιστωτική ανάπτυξη, κ.α. Σίγουρα η ψήφιση του Νόμου αυτού αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην άσκηση Δημόσιας Διοίκησης από τη μεταπολίτευση της χώρας έως σήμερα, έχει δε προκαλέσει επικρίσεις και έντονες αντιδράσεις σε πολλά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας που είδαν ξαφνικά θεμελιωμένα δικαιώματά τους να ακυρώνονται.
Κατάταξη των μέτρων βάσει των τριών κατηγοριών των εργαλείων πολιτικής
Για την επιτυχή εφαρμογή τόσο ριζικών μεταρρυθμίσεων σε υφιστάμενες δομές, πολιτικές και νοοτροπίες αλλά και για την επίτευξη ταυτόχρονων παρεμβάσεων σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνικής ζωής είναι αυτονόητο ότι τα κυβερνητικά εργαλεία που θα επιστρατεύονταν θα έπρεπε να είναι ποικίλα, πολυδιάστατα και ίσως αλληλοσυμπληρούμενα. Κατά τον Hood (1986) η επιλογή των εργαλείων δημόσιας πολιτικής προσδιορίζεται κύρια από τους διαθέσιμους πόρους, τις πολιτικές πιέσεις, τους νομικούς περιορισμούς, αλλά και από τα μαθήματα από τις προηγούμενες αποτυχίες δράσης των εργαλείων αυτών. 
Μελετώντας κάποιος προσεχτικά τον Νόμο 4336/2015 διαπιστώνει ότι τα εργαλεία δημόσιας πολιτικής που εμπεριέχονται σε αυτόν είναι ταξινομημένα σύμφωνα με τη γνωστή κατηγοριοποίηση του Van der Doelen (1989), δηλαδή χωρίζονται σε ρυθμιστικά, οικονομικά και επικοινωνιακά. 
Ειδικότερα, για την αποτελεσματικότερη προώθηση των συμφωνηθέντων μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και των Ευρωπαίων Εταίρων προβλέπεται μια σειρά από καθαρά ρυθμιστικά εργαλεία, με διατάξεις υποχρεωτικού χαρακτήρα και με έκδηλο κανονιστικό ύφος για τις συγκεκριμένες ομάδες στις οποίες απευθύνονται. 
Συγκεκριμένα, η εισαγωγική ενότητα 1 του Μνημονίου (Προοπτική και στρατηγική) περιέχει σαφή ρήτρα στην Κυβέρνηση περί υποχρέωσης για επικαιροποίηση των όρων και των χρονοδιαγραμμάτων του Μνημονίου ανά τρίμηνο, ανάλογα με την επιτευχθείσα πρόοδο στις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις. Η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη και δεσμεύεται να διαβουλεύεται με την Τρόικα για όλες τις ενέργειες που αφορούν στην επίτευξη των στόχων του Προγράμματος και οι οποίοι στηρίζονται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες όπως 1) η αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, 2) η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, 3) η επίτευξη της ανάπτυξης και 4) η δημιουργία μιας σύγχρονης δημόσιας διοίκησης. Η ειδική μνεία στην επιχειρηματικότητα, στην ανάγκη βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και η υποχρέωση για επενδύσεις στην καινοτομία κατευθύνουν επακριβώς τη συμπεριφορά και τον προσανατολισμό της ελληνικής κυβέρνησης προς αυτούς τους τομείς. Επιπλέον, εύκολα παρατηρεί κάποιος ότι η χρήση επιτακτικών ρημάτων και φράσεων όπως: «οι αρχές δεσμεύονται να…», «πρέπει να βασισθεί σε…», «απαιτείται να…», «σε προτεραιότητα τίθενται οι…», «επιβάλλεται να…» κ.α. προσδιορίζουν αυστηρά το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Ελληνικές Αρχές είναι υποχρεωμένες να κινηθούν, χωρίς να αφήνουν πολλά περιθώρια παρέκκλισης από αυτό.
Η ενότητα 2.1 του Προγράμματος (Δημοσιονομική Πολιτική) περιέχει εξίσου σημαντικά ρυθμιστικά εργαλεία όπως η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης ντίζελ για τους αγρότες, καθώς και η έναρξη είσπραξης του ΕΝΦΙΑ για το 2015 (το τελευταίο αυτό μέτρο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως οικονομικό εργαλείο αφού πρόκειται για καταβολή εισφοράς). Τα δύο μέτρα έχουν έντονα τα χαρακτηριστικά της επιβολής και του εξαναγκασμού και συνεπάγονται κόστος το οποίο κάθε κυβέρνηση προσπαθεί να αποφύγει. Οι επιδιωκόμενες αλληλένδετες σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών ομάδων (εν προκειμένω οι αγρότες, οι συνταξιούχοι και οι χαμηλόμισθοι) διαρρηγνύονται ακόμα περισσότερο με την εφαρμογή της δεύτερης φάσης του συνταξιοδοτικού συστήματος, με τις μεταρρυθμίσεις στον κώδικα φορολογίας εισοδήματος καθώς και με την σταδιακή κατάργηση της προτιμησιακής φορολογικής μεταχείρισης των αγροτών. Επιπλέον, ρυθμιστικά μέτρα όπως ο φόρος επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων, η διαδικασία απόκτησης τηλεοπτικών αδειών, η φορολόγηση των τυχερών παιχνιδιών, η μείωση των δαπανών για τις επιδοτήσεις πετρελαίου θέρμανσης, η μείωση του αριθμού των απασχολούμενων και για τις συμβάσεις του δημοσίου κ.α. αποτελούν μέτρα ειδεχθή και αντιδραστικά και προκαλούν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των δρώντων στους οποίους στοχεύει η συγκεκριμένη πολιτική (Λαδή & Νταλάκου, 2008). Η συγκεκριμένη ενότητα κλείνει με την παρακολούθηση από μέρους της κυβέρνησης των δημοσιονομικών κινδύνων και τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. 
Ομοίως, οι μεταρρυθμίσεις φορολογικής πολιτικής (Ενότητα 2.2) αποτελούνται από μια σειρά από αμιγώς ρυθμιστικές διατάξεις που σχετίζονται με την άμεση και την έμμεση φορολογία. Ο υποχρεωτικός και εξαναγκαστικός χαρακτήρας των μέτρων εδώ περιλαμβάνει την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών για τα νησιά έως το τέλος του 2016, ενώ καθορίζεται αυστηρά η συμπεριφορά των φορολογικών υποκειμένων με τη θέσπιση νέων ποινικών διατάξεων για τη φοροδιαφυγή και την απάτη. Θα πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι το Μνημόνιο -ως εργαλείο πολιτικής- εκτός από μια γενική τοποθέτηση σχετικά με την κατανομή των βαρών δεν παρακολουθεί συστηματικά την εξέλιξη των κοινωνικών δεικτών και την κατανομή των επιβαρύνσεων (Κατσιμάρδος & Μπούας, 2013). Ρυθμιστικά μέτρα τύπου φορολόγησης εισοδήματος των επιχειρήσεων, εκποίησης περιουσιακών στοιχείων σε δημόσιους πλειστηριασμούς, αύξησης των φορολογικών συντελεστών, συντόμευσης του χρονικού διαστήματος για την καταβολή του ΦΠΑ και εναρμόνισης των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων με τις τιμές της αγοράς, όλα αυτά δηλώνουν ότι το Μνημόνιο ακολουθεί τη λογική της προσαρμογής με κάθε κόστος, στερώντας έτσι στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει εναλλακτικά εργαλεία (π.χ. οικονομικά) με λιγότερο υποχρεωτικό χαρακτήρα. 
Στην Ενότητα 2.3 (Μεταρρυθμίσεις της φορολογικής διοίκησης) γίνεται χρήση και των οικονομικών εργαλείων δημόσιας πολιτικής με τη διατήρηση των ρυθμίσεων του 2014 και του 2015 για την σε δόσεις καταβολή οφειλών από φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (με κάποιες τροποποιήσεις ώστε να αποκλείονται όσοι δεν καταβάλλουν τις τρέχουσες υποχρεώσεις). Το οικονομικά μέτρα αυτού του τύπου θεωρούνται μια εναλλακτική λύση έναντι των ρυθμίσεων για τον επηρεασμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς και συνήθως έχουν υψηλή δημοτικότητα και μη υποχρεωτικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν αν θα ενταχθούν στο πρόγραμμα των εκατό δόσεων για τη διευθέτηση των οφειλών τους προς το Δημόσιο ή όχι. Πρόκειται δηλαδή για πρό(σ)κληση αλλαγής της συμπεριφοράς τους από την παρούσα κατάσταση (να μην είναι συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας ή ακόμη και λόγω επιλογής) σε μία άλλη, περισσότερο διευκολυντική για τους ίδιους (αποπληρωμή χρεών με πολλές δόσεις). Το οικονομικό αυτό μέτρο συμπληρώνεται από τη σαφή πρόβλεψη για παράλληλη παροχή προστασίας στους ευάλωτους οφειλέτες (με οφειλές κάτω των 5000 ευρώ). 
Μία χαρακτηριστική περίπτωση συνδυασμού οικονομικού εργαλείου με αντίστοιχο επικοινωνιακό αποτελεί το κοστολογημένο σχέδιο για την προώθηση και τη διευκόλυνση της χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών και τη μείωση της χρήσης μετρητών (από το Μάρτιο του 2016). Πρόκειται για μία εξειδικευμένη διάταξη με παροχή κινήτρων για την αλλαγή της μέχρι τώρα συναλλακτικής συμπεριφοράς των καταναλωτών (πληρωμή τοις μετρητοίς). Για την ταχύτερη υιοθέτηση της νέας αυτής πρακτικής το μέτρο συνεπικουρείται με ένα άλλο, ακόμη πιο «ήπιο» εργαλείο, δηλαδή την πληροφόρηση του κοινού για τη νέα αυτή δυνατότητα. 
Καθαρά επικοινωνιακό εργαλείο αποτελεί το μέτρο περί δημοσιοποίησης του καταλόγου των οφειλετών προς το δημόσιο για περισσότερο από τρεις μήνες. Ωστόσο, επειδή όπως ήδη αναφέρθηκε, πρόκειται για ένα «ανώδυνο» μέσο πολιτικής, συχνά τα αποτελέσματα δεν είναι τα επιδιωκόμενα. Σε αυτή την περίπτωση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης να προχωρήσει στον συνδυασμό του επικοινωνιακού εργαλείου με κάποιο άλλο, ρυθμιστικό ή οικονομικό.
Επικοινωνιακό εργαλείο αποτελεί και η πρόβλεψη για την ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης. Η εξαγγελία για τη δημιουργία αυτόνομου φορέα εσόδων με νομική μορφή, οργάνωση και ευρύ πεδίο άσκησης αρμοδιοτήτων και με την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων στην κυβέρνηση και το κοινοβούλιο εντάσσονται στο πλαίσιο πληροφόρησης του λαού για την πρόθεση συστηματικής αναδιάρθρωσης του φορολογικού συστήματος.
Τα υπόλοιπα μέτρα της συγκεκριμένης ενότητας αποτελούν κλασικές μορφές ρυθμιστικών εργαλείων, όπως π.χ. η μείωση όλων των κατώτατων ορίων ύψους 1500 ευρώ για τις κατασχέσεις, η καθιέρωση του περιουσιολογίου για τη βελτίωση της παρακολούθησης, τα μέτρα πάταξης της λαθρεμπορίας υγρών καυσίμων κ.α. 
Οι ενότητες 2.4.1 (Διαχείριση των δημοσίων οικονομικών) και 2.4.2 (Δημόσιες Συμβάσεις) αποτελούνται από μία σειρά από ρυθμιστικά επίσης εργαλεία δημόσιας πολιτικής όπως ο εξωτερικός έλεγχος των λογαριασμών πληρωτέων του ΕΟΠΠΥ και ο εξορθολογισμός της διαδικασίας πληρωμών στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και η ολοκλήρωση και απλούστευση του νομοθετικού πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις και των ένδικων μέσων. Αναφύεται δηλαδή για ακόμη μία φορά ο νομικός χαρακτήρας των ρυθμιστικών εργαλείων και ο κατασταλτικός τους χαρακτήρας.
Από τις επόμενες ενότητες ειδική μνεία αξίζει να γίνει στον έντονα κανονιστικό και εξαναγκαστικό χαρακτήρα των μέτρων που αναφέρονται στην κατάργηση των κεκτημένων δικαιωμάτων συνταξιοδότησης πριν από τη νόμιμη ηλικία καθώς και στη σταδιακή προσαρμογή της δυνατότητας σύνταξης στα 67 έτη. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η βαθμιαία κατάργηση του επιδόματος αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ).
Στο αμέσως επόμενο εδάφιο η γνωστοποίηση της πρόθεσης της κυβέρνησης για την ενοποίηση όλων των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης σε μία ενιαία οντότητα αποτελεί επικοινωνιακό εργαλείο της δημόσιας πολιτικής, γίνεται δηλαδή διάχυση της πληροφορίας της κυβερνητικής βούλησης προς την ομάδα-στόχο (δηλαδή όλοι ανεξαιρέτως οι ασφαλισμένοι).
Τέλος αξίζει να μνημονευθούν - από την πληθώρα των μέτρων που περιέχονται στον Νόμο 4336/2015 – δύο ακόμη διατάξεις που είναι αντιπροσωπευτικές των εργαλείων πολιτικής.
Η πρώτη αναφέρεται στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στο οικονομικό μέτρο της μείωσης κατά 50% των τιμών όλων των φαρμάκων μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και κατά 32,5% όλων των γενόσημων φαρμάκων που βρίσκονταν στην αγορά τα 2012. Η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου σε συνάρτηση με τον μη υποχρεωτικό χαρακτήρα του (υπάρχει δηλαδή δυνατότητα επιλογής του ενδιαφερόμενου ανάμεσα στο πρωτότυπο ή σε ένα γενόσημο φάρμακο) το καθιστά ιδιαίτερα δημοφιλές, γεγονός που αποτελεί και τον στόχο της πολιτικής. Η διάδοση των γενοσήμων και η περαιτέρω ενίσχυσή τους με επιπλέον κίνητρα αποτελεί εξάλλου χαρακτηριστικό γνώρισμα των λιγότερο επώδυνων εργαλείων, όπως τα οικονομικά. Επιπλέον, μπορεί εύκολα να διακρίνει κάποιος και την επικοινωνιακή διάσταση του μέτρου, αφού η διάδοση της χρήσης τους απαιτεί ευρεία πληροφόρηση του κοινού και κάμψη των όποιων αμφιβολιών του. 
Η δεύτερη διάταξη αφορά το οικονομικό εργαλείο της στήριξης της απασχόλησης τουλάχιστον 150.000 μακροχρόνιων ανέργων, νέων (16-29) και μειονεκτούντων ομάδων μέσω διαθέσιμων πόρων. Στον αντίποδα βρίσκεται το αυστηρά κανονιστικό και εξαναγκαστικό ρυθμιστικό μέτρο για την τακτοποίηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω της τροποποίησης του ισχύοντος Δικαίου, της ευθυγράμμισης της νομοθεσίας με τις διεθνείς πρακτικές και της επιβολής ποινών για τους βιώσιμους οφειλέτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μετασχηματίζουσα Μάθηση

Μετασχηματίζουσα Μάθηση Αλέξανδρος Παπάνης Διδάσκων Αγγλικής Γλώσσας (ΕΕΔΙΠ Ι) Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης Κατανοώ σημαίνει αντιλαμβάνομα...